Ετικέτες

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

ΟΣΜΑΝΤΑΚΑΣ


Σε πολλά μέρη της Ηπείρου, στα χορευτικά τους, σε ώρες χαράς και κεφιού χορεύουν το Σαμαντάκα.

Γεια σου βρε Σαμαντάκα τη λεβεντιά σου νάχα.
Εσύ κοιμάσαι κι εγώ νυστάζω 
σε συλλογιούμαι και αναστενάζω. 
Ξύπνα Σαμαντάκα και βάλε τα τσαρούχια, 
στρίψε τη μουστάκα, γεια σου Σαμαντάκα...

Ποιος ήταν όμως ο Σαμαντάκας;
Λένε πως τ' όνομα του ήταν Παύλος Μπάρας. Ένας όμορφος λεβεντονιός που ζούσε με το παιδί του και τη γυναίκα του στην ....
περιοχή των Αγίων Σαράντα.
Δούλευε στα χωράφια, όταν κάποια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τρεις σπαχήδες του Αλή Πασά να σέρνουν τη γυναίκα του. Τα έβαλε, ένας αυτός, και με τους τρεις, και κατάφερε να σκοτώσει τους δυο και να τους πάρει τα ντουφέκια.
Ο τρίτος του ξέφυγε και καθώς προσπάθησε να τον σκοτώσει, χτύπησε κατά λάθος θανάσιμα την αγαπημένη του.
Επειδή κινδύνευε άμεσα, έτρεξε στο σπίτι, άρπαξε το μωρό στην αγκαλιά και πήρε τα βουνά. Από ράχη σε ράχη, από βουνό σε βουνό, κάποια μέρα έφτασε στην Κορυτσά.
Από τις κακουχίες όμως της οδοιπορίας έχασε το μωρό του και ο πόνος γίνηκε τώρα αβάσταχτος που έχασε γυναίκα και παιδί. Πήρε λοιπόν πάλι δρόμους και μονοπάτια προς το Νότο και έφτασε στο Μπεράτι με σκοπό να κοινωνήσει σε χριστιανική Εκκλησία μιας κι ήταν Χριστούγεννα κι είχε νηστέψει.
Έκρυψε την αρματωσιά του και τράβηξε ίσια προς τον παπά. Εκεί αντίκρισε μια σεμνή κόρη σαν άσπρο τριαντάφυλλο και σκίρτησε η καρδιά του.
Μετά τη θεία μεταλαβιά βγήκε και την παρακολούθησε κι είδε να τραβάει με τον Τούρκο αγωγιάτη της που την περίμενε προς την αρβανίτικη μεριά του Μπερατιού.
Προσπάθησε να μάθει κάτι από μερικούς, από τον παπά που τους μετάλαβε, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε τον πήρε χαμπάρι ο δεσπότης και τον κάλεσε στο κονάκι του.
Ο Π. Μπάρας πήγε αμέσως μουσαφίρης στο δεσπότη κι έμαθε όλη την ιστορία. 
Η όμορφη αρχόντισσα ήταν χριστιανή από την Κορυτσά. Την φώναζαν Τζεμιλέ (Φωτεινή) κι ήταν χήρα του Τούρκου Μπεκίμ, σουλτάνα στο σαράι του. Τρεις γυναίκες είχε πάρει ο αγάς και δεν μπόρεσε να αφήσει απογόνους. Τέταρτη ήταν η Τζεμιλέ κι όμως παιδί δεν απόχτησε και πέθανε άκληρος ο Τούρκος.

Η γυναίκα κληρονόμησε όλα τα πλούτη και καθώς δεν άλλαξε την πίστη της, γιατί σ' αυτό δεν τη ζόρισε ο γερο-Μπεκίμ, έδινε πολλά στη Μητρόπολη και στις άλλες εκκλησίες. Ο Παύλος Μπάρας αφού έμαθε όλα τούτα, πήρε τ' άρματά του και τράβηξε ίσια για το σαράι του Αγά Μπεκίμ. Ήταν σούρουπο κι όταν την εντόπισε αναρριχήθηκε στον οντά της και την έκανε δική του.
Το βαθύ χάραμα με την προτροπή της έφυγε προς τ' άγρια βουνά. Οι μέρες περνούσαν και η Τζεμιλέ κατάλαβε πως ήταν έγκυος κι ήθελε τη συμβουλή του δεσπότη.
Αυτός την καθησύχασε και της είπε ότι θα ξεγεννήσει στο Μοναστήρι και μετά θα πήγαινε στο σαράι. Το νεογέννητο θα της το πέταγαν στο κατώφλι του σπιτιού της, δήθεν ότι ήταν ξένο, κι αυτή σαν ψυχόπονη γυναίκα θα το περιμάζευε. Έτσι ακριβώς έγινε και όλοι οι Αρβανίτες μιλούσαν για τη μεγάλη καρδιά της Τζεμιλέ.

Να όμως που ξαναγύρισε ο Παύλος Μπάρας κι έμεινε για δεύτερη φορά έγκυος. Τώρα πώς να κρατηθεί το μυστικό; Πάλι ο δεσπότης έδωσε τη συμβουλή του. Τους είπε να παντρευτούν τώρα κανονικά κι ο Χριστιανός Π. Μπάρας θα παρουσιαζόταν ως αρβανίτης. Γιατί αν η Τζεμιλέ παντρευόταν Χριστιανό και το μάθαινε ο Πασάς θα έχανε όλα τα πλούτη της. Βρέθηκε και το όνομα λοιπόν Οσμάν Τάκα θα τον έλεγαν...

Έγινε αυτός ο γάμος και το νέο ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένα με τα δυο μωρουδάκια τους να μοιάζουν του Οσμάν.

Ως την ώρα που κάποιος σπιούνος είπε στον Κουρτ Πασά πως ο Οσμάν ήταν Έλληνας Χριστιανός και τον έπεισε, οπότε ο Πασάς τον συνέλαβε κι έβγαλε φιρμάνι να τον κρεμάσει.Έφτασε η ορισμένη μέρα, στήθηκε η κρεμάλα κι έφεραν τον κατάδικο Οσμάν μπρος στον πασά.

- Έφταιξες ορέ, έπαιξες με την πίστη του Μωάμεθ. Πες μου ποια είναι η τελευταία σου επιθυμία;
- Να χορέψω πασά μου, είπε ήρεμα ο Οσμάν Τάκας.
- Τι λες ορέ; αποκρίθηκε ο πασάς.
- Να χορέψω, μον' φέρτε τη γυναίκα μου να μου βαράει το νταούλι.
Ο πασάς απορημένος έδωσε εντολή σε δυο σπαχήδες να φέρουν τη Τζεμιλέ και δυο τρεις οργανοπαίχτες.
Ήρθε η γυναίκα του με τα παιδιά της κι αγκαλιάστηκαν, φίλησε και τα παιδιά του.
- Μην κλαις γυναίκα, της είπε. Ο καθένας έχει τη μοίρα του. Μον' πιάσε το νταούλι και βάραγε. Θέλω να πεθάνω με χορό.
Οι οργανοπαίχτες, που δεν άργησαν να φανούν, πήραν θέση κι ο μελλοθάνατος άρχισε να χορεύει περήφανα.
Τριγύρω μαζεύτηκαν χριστιανοί κι αρβανιτάδες και παρακολουθούσαν το θέαμα με φόβο και σιωπή.
Μετά ο Οσμάν έκανε νόημα στη γυναίκα του να μπει κι αυτή στο χορό και χόρευαν τώρα οι δυο λεβέντικα. Τότε ο Πασάς σηκώθηκε και με το ρακοπότηρο στο χέρι προχώρησε αργά αλλά σταθερά προς το μέρος τους. Ολόγυρα απλώθηκε νεκρική σιγή.
- Χαλάλι σου ορέ βροντοφώναξε, σου δίνω χάρη. Ο χορός σου σε γλίτωσε! Άντε τραβάτε τώρα.
Ο Παύλος Μπάρας πούλησε στο Μπεράτι την κληρονομιά της Τζεμιλέ, πήρε τη Φωτεινή και τα δυο παιδιά του και έκτοτε χάθηκαν τα χνάρια τους.
Έμεινε όμως ο χορός αυτός και το τραγούδι σαν θρύλος, σαν παραμύθι να τραγουδιέται και να χορεύεται περίπαθα από μερακλήδες στις εκδηλώσεις της ζωής μας, τόσο στην περιοχή μας, όσο και στη Β. Ήπειρο.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΟΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.